平行 έννοια και προφορά

平行
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

平行 ελληνικός ορισμός

píng xíng

  • παράλληλο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 平 (píng): επίπεδο
  • 行 (xíng): σειρά