并列 έννοια και προφορά

并列
Απλοποιημένη λέξη
並列
Παραδοσιακή λέξη

并列 ελληνικός ορισμός

bìng liè

  • δίπλα δίπλα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bìng): και
  • (liè): στήλη