度过 έννοια και προφορά

度过
Απλοποιημένη λέξη
度過
Παραδοσιακή λέξη

度过 ελληνικός ορισμός

dù guò

  • περάσουν

HSK level


Χαρακτήρες

  • 度 (dù): βαθμός
  • 过 (guò): πέρασμα