建立 έννοια και προφορά

建立
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

建立 ελληνικός ορισμός

jiàn lì

  • στήνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 建 (jiàn): χτίζω
  • 立 (lì): σήκω πάνω