往常 έννοια και προφορά

往常
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

往常 ελληνικός ορισμός

wǎng cháng

  • ως συνήθως

HSK level


Χαρακτήρες

  • 往 (wǎng): προς το
  • 常 (cháng): συχνά