待遇 έννοια και προφορά

待遇
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

待遇 ελληνικός ορισμός

dài yù

  • θεραπευτική αγωγή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 待 (dài): να είναι
  • 遇 (yù): συναντώ