得力 έννοια και προφορά

得力
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

得力 ελληνικός ορισμός

dé lì

  • αποτελεσματικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 得 (dé): παίρνω
  • 力 (lì): δύναμη