微观 έννοια και προφορά

微观
Απλοποιημένη λέξη
微觀
Παραδοσιακή λέξη

微观 ελληνικός ορισμός

wēi guān

  • μικρο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 微 (wēi): μικρο-
  • 观 (guān): θέα