忠诚 έννοια και προφορά

忠诚
Απλοποιημένη λέξη
忠誠
Παραδοσιακή λέξη

忠诚 ελληνικός ορισμός

zhōng chéng

  • αφοσίωση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zhōng): πιστός
  • (chéng): ειλικρινής