忽然 έννοια και προφορά

忽然
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

忽然 ελληνικός ορισμός

hū rán

  • ξαφνικά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 忽 (hū): ξαφνικά
  • 然 (rán): φυσικά