恋爱 έννοια και προφορά

恋爱
Απλοποιημένη λέξη
戀愛
Παραδοσιακή λέξη

恋爱 ελληνικός ορισμός

liàn ài

  • ερωτευμένος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 恋 (liàn): αγάπη
  • 爱 (ài): αγάπη