恍然大悟 Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη 恍然大悟 ελληνικός ορισμός huǎng rán dà wù ξαφνικά συνειδητοποίησα HSK level HSK 6 Χαρακτήρες 恍 (huǎng): ασαφής 然 (rán): φυσικά 大 (dà): μεγάλο 悟 (wù): συνειδητοποιώ