恨不得 έννοια και προφορά

恨不得
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

恨不得 ελληνικός ορισμός

hèn bu dé

  • δεν μπορώ να περιμένω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 恨 (hèn): μισώ
  • 不 (bù): μην
  • 得 (dé): παίρνω