恼火 έννοια και προφορά

恼火
Απλοποιημένη λέξη
惱火
Παραδοσιακή λέξη

恼火 ελληνικός ορισμός

nǎo huǒ

  • ενοχλημένος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 恼 (nǎo): θυμωμένος
  • 火 (huǒ): φωτιά