悠久 έννοια και προφορά

悠久
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

悠久 ελληνικός ορισμός

yōu jiǔ

  • μακρύς

HSK level


Χαρακτήρες

  • 悠 (yōu): εσύ
  • 久 (jiǔ): μακρύς