情节 έννοια και προφορά

情节
Απλοποιημένη λέξη
情節
Παραδοσιακή λέξη

情节 ελληνικός ορισμός

qíng jié

  • οικόπεδο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 情 (qíng): κατάσταση
  • 节 (jié): ενότητα