惊奇 έννοια και προφορά

惊奇
Απλοποιημένη λέξη
驚奇
Παραδοσιακή λέξη

惊奇 ελληνικός ορισμός

jīng qí

  • εκπληξη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 惊 (jīng): αποπληξία
  • 奇 (qí): περιττός