惩罚 έννοια και προφορά

惩罚
Απλοποιημένη λέξη
懲罰
Παραδοσιακή λέξη

惩罚 ελληνικός ορισμός

chéng fá

  • τιμωρία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 惩 (chéng): βαζω τιμωρια
  • 罚 (fá): βαζω τιμωρια