慷慨 έννοια και προφορά

慷慨
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

慷慨 ελληνικός ορισμός

kāng kǎi

  • γενναιόδωρος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 慷 (kāng): γενναιόδωρος
  • 慨 (kǎi): γενναιόδωρος