手术 έννοια και προφορά

手术
Απλοποιημένη λέξη
手術
Παραδοσιακή λέξη

手术 ελληνικός ορισμός

shǒu shù

  • χειρουργική επέμβαση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 手 (shǒu): χέρι
  • 术 (shù): τεχνική