打猎 έννοια και προφορά

打猎
Απλοποιημένη λέξη
打獵
Παραδοσιακή λέξη

打猎 ελληνικός ορισμός

dǎ liè

  • κυνήγι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (dǎ): κτύπημα
  • (liè): κυνήγι