打量 έννοια και προφορά

打量
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

打量 ελληνικός ορισμός

dǎ liang

  • κυτάζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 打 (dǎ): κτύπημα
  • 量 (liàng): το ποσό