抢劫 έννοια και προφορά

抢劫
Απλοποιημένη λέξη
搶劫
Παραδοσιακή λέξη

抢劫 ελληνικός ορισμός

qiāng jié

  • ληστεία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 抢 (qiǎng): αρπάζω
  • 劫 (jié): ληστεία