抵制 έννοια και προφορά

抵制
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

抵制 ελληνικός ορισμός

dǐ zhì

  • αντιστέκομαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 抵 (dǐ): φθάνω
  • 制 (zhì): σύστημα