拖延 έννοια και προφορά

拖延
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

拖延 ελληνικός ορισμός

tuō yán

  • αναβλητικότητα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 拖 (tuō): σέρνω
  • 延 (yán): επεκτείνω