拥有 έννοια και προφορά

拥有
Απλοποιημένη λέξη
擁有
Παραδοσιακή λέξη

拥有 ελληνικός ορισμός

yōng yǒu

  • έχω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 拥 (yōng): κρατήστε
  • 有 (yǒu): εχω