指南针 έννοια και προφορά

指南针
Απλοποιημένη λέξη
指南針
Παραδοσιακή λέξη

指南针 ελληνικός ορισμός

zhǐ nán zhēn

  • πυξίδα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 指 (zhǐ): που σημαίνει
  • 南 (nán): νότος
  • 针 (zhēn): βελόνα