挖掘 έννοια και προφορά

挖掘
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

挖掘 ελληνικός ορισμός

wā jué

  • σκάβω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 挖 (wā): σκάβω
  • 掘 (jué): σκάβω