振奋 έννοια και προφορά

振奋
Απλοποιημένη λέξη
振奮
Παραδοσιακή λέξη

振奋 ελληνικός ορισμός

zhèn fèn

  • ανύψωση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 振 (zhèn): δονώ
  • 奋 (fèn): κουραστικός