捣乱 έννοια και προφορά

捣乱
Απλοποιημένη λέξη
搗亂
Παραδοσιακή λέξη

捣乱 ελληνικός ορισμός

dǎo luàn

  • κάνω ζημιές, φασαρίες κ.τ.λ

HSK level


Χαρακτήρες

  • (dǎo): λίβρα
  • (luàn): χάος