掠夺 έννοια και προφορά

掠夺
Απλοποιημένη λέξη
掠奪
Παραδοσιακή λέξη

掠夺 ελληνικός ορισμός

lvè duó

  • λεηλασία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (è): λεηλασία
  • (duó): αρπάζω