接连 έννοια και προφορά

接连
Απλοποιημένη λέξη
接連
Παραδοσιακή λέξη

接连 ελληνικός ορισμός

jiē lián

  • μαζεύω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jiē): μαζεύω
  • (lián): ακόμη και