推翻 έννοια και προφορά

推翻
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

推翻 ελληνικός ορισμός

tuī fān

  • ανατροπή

HSK level


Χαρακτήρες

  • (tuī): σπρώξτε
  • (fān): στροφή