插座 έννοια και προφορά

插座
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

插座 ελληνικός ορισμός

chā zuò

  • πρίζα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 插 (chā): εισάγετε
  • 座 (zuò): έδρα