揭露 έννοια και προφορά

揭露
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

揭露 ελληνικός ορισμός

jiē lù

  • εκθέτω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 揭 (jiē): αποκαλύπτω
  • 露 (lù): δροσιά