摆脱 έννοια και προφορά

摆脱
Απλοποιημένη λέξη
擺脫
Παραδοσιακή λέξη

摆脱 ελληνικός ορισμός

bǎi tuō

  • ξεφορτώνομαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bǎi): βάζω
  • (tuō): απογείωση