播放 έννοια και προφορά

播放
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

播放 ελληνικός ορισμός

bō fàng

  • παίζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 播 (bō): αναμετάδοση
  • 放 (fàng): βάζω