播种 έννοια και προφορά

播种
Απλοποιημένη λέξη
播種
Παραδοσιακή λέξη

播种 ελληνικός ορισμός

bō zhòng

  • σπορά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 播 (bō): αναμετάδοση
  • 种 (zhǒng): είδος