支柱 έννοια και προφορά

支柱
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

支柱 ελληνικός ορισμός

zhī zhù

  • κολόνα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 支 (zhī): υποστήριξη
  • 柱 (zhù): στήλη