支配 έννοια και προφορά

支配
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

支配 ελληνικός ορισμός

zhī pèi

  • κατακυριεύω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zhī): υποστήριξη
  • (pèi): αγώνας