故意 έννοια και προφορά

故意
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

故意 ελληνικός ορισμός

gù yì

  • επίτηδες

HSK level


Χαρακτήρες

  • (gù): επομένως
  • (yì): έννοια

Παραδείγματα ποινών με 故意

  • 对不起,我不是故意的。
    Duìbùqǐ, wǒ bùshì gùyì de.