整顿 έννοια και προφορά

整顿
Απλοποιημένη λέξη
整頓
Παραδοσιακή λέξη

整顿 ελληνικός ορισμός

zhěng dùn

  • επανορθώνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 整 (zhěng): ολόκληρος
  • 顿 (dùn): παύση