敷衍 έννοια και προφορά

敷衍
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

敷衍 ελληνικός ορισμός

fū yǎn

  • επιπόλαιος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 敷 (fū): ισχύουν
  • 衍 (yǎn): αναπτύσσω