文雅 έννοια και προφορά

文雅
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

文雅 ελληνικός ορισμός

wén yǎ

  • κομψός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 文 (wén): κείμενο
  • 雅 (yǎ): κομψός