断定 έννοια και προφορά

断定
Απλοποιημένη λέξη
斷定
Παραδοσιακή λέξη

断定 ελληνικός ορισμός

duàn dìng

  • καθορίσει

HSK level


Χαρακτήρες

  • 断 (duàn): διακοπή
  • 定 (dìng): σειρά