断绝 έννοια και προφορά

断绝
Απλοποιημένη λέξη
斷絕
Παραδοσιακή λέξη

断绝 ελληνικός ορισμός

duàn jué

  • αποκόβω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (duàn): διακοπή
  • (jué): απολύτως