方法 έννοια και προφορά

方法
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

方法 ελληνικός ορισμός

fāng fǎ

  • μέθοδος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 方 (fāng): τετράγωνο
  • 法 (fǎ): νόμος

Παραδείγματα ποινών με 方法

  • 我们一定能找到解决问题的方法。
    Wǒmen yīdìng néng zhǎodào jiějué wèntí de fāngfǎ.