无辜 έννοια και προφορά

无辜
Απλοποιημένη λέξη
無辜
Παραδοσιακή λέξη

无辜 ελληνικός ορισμός

wú gū

  • αθώος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (wú): όχι
  • (gū): γκου