日常 έννοια και προφορά

日常
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

日常 ελληνικός ορισμός

rì cháng

  • καθημερινά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 日 (rì): ημέρα
  • 常 (cháng): συχνά