智力 έννοια και προφορά

智力
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

智力 ελληνικός ορισμός

zhì lì

  • νοημοσύνη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 智 (zhì): σοφία
  • 力 (lì): δύναμη